Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΛΟΡΔΟΥ ΒΥΡΩΝΟΣ

Στην Αβέρωφ ήταν όλη η αγορά τροφίμων και στη Λόρδου Βύρωνος και την Ανεξαρτησίας όλα τα εμπορικά. Ιδιαίτερα παραμονές γιορτών, η ατμόσφαιρα σ’ αυτό το στενό δρομάκι με τα θαυμάσια νεοκλασικά, που δεν είχε ακόμα πεζοδρομηθεί, θύμιζε πανηγύρι.

Καταστήματα ένδυσης: Καππάς, Καρασλανίδης, Βαρδάκης, Νότσικας, Μπραχαντίνης, Μακατσώρης, Αθανασιάδης-Σωτηριάδης, Τσόγκας-Μπότης, Σπέη. Και το μαγαζί νεωτερισμών Μπούλη και Ναθαναήλ, που σε μια γωνιά του είχε το τραπεζάκι-εργαστήριό της η Αγγελική: «Μαντάρονται κάλτσες»!

Ακόμα, αρωματοπωλεία (μυροπωλεία τα έλεγαν): Κυριαζής, Βούλγαρης, Παλώδιος και λίγα μέτρα πιο πέρα Κοσκινάς και Νούτσης. Κουμπιά, κεντήματα και είδη ραπτικής: Πέτρου, Μπίτσικας, Νάκας, Σιαπάτης. Τσάντες και δερμάτινα: Μουμούδης, Τζούκας και στην Κάνιγγος Σεπετάς. Παιχνίδια: Γιαννάκος. Ραφεία: Ιωαννίδης, Ιωσηφίδης, Αδαμαντίδης, Γεραλής, Μπουκουβάλας, Γερογιάννης, Μακρίδης και στην Παπάζογλου Λαμπρίδης.

Ανάμεσά τους, το ισόγειο δικηγορικό γραφείο Πάνου Φάντη-Σπύρου Σπέγγου. Στην είσοδο στεκόταν μονίμως ο Μιχάλης, ο γραφικός ηλικιωμένος κλητήρας τους, που κυκλοφορούσε στην πόλη ακούγοντας μουσική στη διαπασών από το αιώνιο τρανζιστοράκι του που δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Όταν η μητέρα μου με έβλεπε να ακούω ραδιόφωνο αντί να διαβάζω τα μαθήματά μου, σχολίαζε με χιούμορ: «Ωραία! Δεν χρειάζεται να σπουδάσεις. Θα σε προσλάβει ο Φάντης στη θέση τού Μιχάλη»…
Στη φωτογραφία, πίνακας ζωγραφικής του Ιωάννη Γεωργιόπουλου: Η Λόρδου Βύρωνος το 1968.