Του Θωμά Νούσια
Γιάννινα, Οκτώβρης 1944. Η ΕΠΟΝ, η νεολαία του ΕΑΜ, γιορτάζει την απελευθέρωση. Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα.
Πίστεψαν τότε τα παιδιά αυτά πως οι αγώνες και οι θυσίες τους έπιασαν τόπο. Πως η Ελλάδα ανήκε επιτέλους στους Έλληνες. Γρήγορα προσγειώθηκαν στη σκληρή πραγματικότητα.
Τα κορίτσια και τα αγόρια της φωτογραφίας, τις ηρωίδες και τους ήρωες της Εθνικής Αντίστασης, η ελληνική πολιτεία τα αντάμειψε με βασανιστήρια και εξευτελισμούς στις φυλακές-κολαστήρια του ΦΙΞ (σήμερα ξενοδοχείο «Παλλάδιο») και του Αγίου Κοσμά (τώρα μέγαρο ΟΤΕ).
Δεκάδες από αυτούς οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα στο Σταυράκι μετά από δίκες-παρωδία στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων. Το έγκλημά τους; Έκαναν έρανο για τις οικογένειες των πολιτικών κρατούμενων.
Οι δεξιοί Γιαννιώτες, όπως ο πατέρας μου, μιλούσαν με απεριόριστο σεβασμό για την Ευτυχία Πρίντζου, τον Άγγελο Χατζή (αδερφό του συγγραφέα Δημήτρη Χατζή) και τους άλλους συμπολίτες τους που εκτελέστηκαν. Έλεγαν πως ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε η γιαννιώτικη κοινωνία. Την ίδια βαθιά εκτίμηση έδειχναν και για τα τοπικά στελέχη της Αριστεράς: τον Αποστολίδη, τον Μελανίδη, τον Σκοπούλη.
Ποιοι τους έστειλαν αυτούς τους ανθρώπους στον θάνατο; Τις καταδικαστικές αποφάσεις τις υπέγραψαν στρατοδίκες όπως ο λοχαγός Στυλιανός Παττακός, ο μετέπειτα «εθνοσωτήρας» του 1967. Εκτελώντας εντολές του Αμερικανού στρατηγού Βαν Φλιτ που έλυνε και έδενε τότε στην Ήπειρο. Προήδρευε σε συσκέψεις στην 8η Μεραρχία και έδινε διαταγές στους Έλληνες στρατηγούς.
«Στρατηγέ, ιδού ο στρατός σας!», του είπε κάποτε Έλληνας υπουργός.
Αυτή ήταν η εθνική μας ανεξαρτησία και η εθνική μας περηφάνια μετά την απελευθέρωση του ’44.
Οι πολιτικοί της μεταπολεμικής Ελλάδας, άκαπνοι και απόντες σε όλους τους αγώνες του έθνους οι πιο πολλοί, έσκυβαν δουλικά το κεφάλι στα νέα αφεντικά της χώρας: τους Άγγλους και στη συνέχεια τους Αμερικάνους. Κυνηγούσαν τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και άφηναν ατιμώρητους τους δωσίλογους συνεργάτες των Ναζί.
Επέτρεπαν στους φασίστες Γερμανοτσολιάδες, Ταγματασφαλίτες και Χίτες να συνεχίζουν ασύδοτοι την εγκληματική τους δράση, στους μαυραγορίτες να θησαυρίζουν ξεκοκαλίζοντας τα εκατομμύρια της αμερικάνικης βοήθειας και να το παίζουν καλοί πατριώτες. Αυτούς που από φουκαράδες έγιναν ξαφνικά εφοπλιστές, βιομήχανοι, μεγαλοεργολάβοι. Τα νέα μεγάλα τζάκια.
Εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση το εμπόριο εθνικοφροσύνης. Χρυσωρυχείο. Ο πατριωτισμός ήταν και είναι διαχρονικά το καταφύγιο των απατεώνων. Καμουφλάρουν τις βρομιές τους πίσω από μεγάλες σημαίες, μεγάλα λόγια και ταρατατζούμ.
Ποιοι ήταν όμως αυτοί που πήραν πάλι τα όπλα και βγήκαν ξανά στα βουνά μετά την απελευθέρωση από τους Ναζί; Προδότες που στράφηκαν κατά της πατρίδας τους, όπως έλεγε η προπαγάνδα; Ανθέλληνες που ήθελαν να μας φορτώσουν στο σβέρκο άλλα ξένα αφεντικά και να κάνουν την Ελλάδα μας Αλβανία; Ή αγνοί πατριώτες που ξεσηκώθηκαν κατά της νέας κατοχής;
Την απάντηση δεν τη δίνει κάποιος… κομμουνιστοσυμμορίτης αλλά ο «δεξιός» Μάνος Χατζιδάκις. Ο κολλητός φίλος του Καραμανλή:
«Τα Δεκεμβριανά, λέει ο Χατζιδάκις, δεν ήταν αντίδραση κομμουνιστών. Ήταν η αγανάκτηση των παιδιών της γαλαρίας, που βλέπαν τους συντρόφους τους και τα όνειρά τους στα φέρετρα, από σφαίρες που ρίξαν δωσίλογοι και φασίστες, φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης. Και όλα αυτά τα ελληνικά αποβράσματα, με την επίσημη υποστήριξη του νεαρού τότε κράτους, είχανε ένα εχθρό: την ψυχή των παιδιών της γαλαρίας».
Σε άρθρο του στο περιοδικό «Το Τέταρτο» (Ιούλιος 1985) με τίτλο δανεισμένο από την ταινία του Καρνέ «Τα παιδιά της γαλαρίας», ο Χατζιδάκις γράφει ακόμα:
«Μετά τον πόλεμο κυβέρνησαν τον τόπο ξανά φθαρμένοι άνθρωποι, ανίκανοι να συλλάβουν έστω και το ελάχιστο απ’ ότι γεννιόνταν κείνο τον καιρό κι αναριγούσε ολόκληρο τον κόσμο».
«Ξανάρθανε τα φαντάσματα κι αρχίσαν να πλαστογραφούν γι’ άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία. Και τα παιδιά που πολεμήσανε κι ονειρευτήκανε, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου».
«Τα παιδιά της γαλαρίας δεν ήσαν φαύλα, δεν ήσαν Χίτες, δεν ήσαν ανώμαλοι με τον φασισμό στο ’να πλευρό τους. Δεν συμβιβάστηκαν με τους νικητές Γερμανούς, δεν υπήρξαν ”πατριώτες” με το περιεχόμενο του χωροφύλακα και του μπράβου. Είχαν τη σκέψη όργανο, τα μάτια υγρά κι ακούραστα να βλέπουνε τον κόσμο και την ψυχή παρθενική και απροσάρμοστη στη μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα».
Από τον «δεξιό» Μάνο Χατζιδάκι όλα αυτά. Που μόνο δεξιός δεν ήταν.
Ξένα αφεντικά, άβουλοι και φαύλοι πολιτικοί και κάθε είδους αποβράσματα λυμαίνονταν τη χώρα το 1944. Ξένα αφεντικά, σάπιοι πολιτικοί, μαφιόζοι ολιγάρχες, Φραπέδες, Χασάπηδες και τσελιγκοπούλες με Φεράρι το 2025.
Μόνη διαφορά: Τότε υπήρχαν Χατζιδάκιδες που τολμούσαν να λένε τα πράγματα με το όνομά τους, τώρα οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους. Γλείφουν την εξουσία και τους μαφιόζους μπας και τους πετάξουν κανένα κοκαλάκι.
Στο ίδιο έργο θεατές. Οι… νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας (Παλάτι, Αμερικάνοι, ολιγάρχες, Δεξιά, παρακράτος) επενέβαιναν δυναμικά κάθε φορά που έβλεπαν να χάνουν την εξουσία και την κουτάλα από τους «μουσαφιραίους», τη δημοκρατική παράταξη.
Παλιά τους τέχνη: Εκτελέσεις, τρομοκρατία, διώξεις, πολιτικές δολοφονίες, φυλακές και εξορίες, εκλογές βίας και νοθείας όπως του 1961, βασιλικά πραξικοπήματα όπως του 1965, στρατιωτικά πραξικοπήματα όπως του 1967, πλύση εγκεφάλων με ιστορίες για αγρίους και μπαμπούλες με… κονσερβοκούτια.
Τέρμα όμως τα παλάτια, τα πραξικοπήματα με τανκς, οι χούντες των καραβανάδων. Τον 21ο αιώνα οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας» έχουν βρει άλλους τρόπους να κρατάνε την εξουσία και την κουτάλα μη πέσει στα χέρια των «μουσαφιραίων»: Τα πραξικοπήματα πάνε σύννεφο αλλά είναι κοινοβουλευτικά και δικαστικά. Δεν έχουμε χούντα αλλά χούντα-μαφία και οι μπαμπούλες σφάζουν χωρίς κονσερβοκούτια. Εκμοντερνίστηκαν κι αυτοί.