ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ Τ’ ΑΡΝΙ

Του Θωμά Νούσια

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.
Το φτωχό γεροντάκι είναι έτοιμο να ξεσπάσει σε κλάμα. Περίμενε να πουλήσει το αρνί του για να ζήσει τη φαμίλια του, κι ο άλλος τού το παίρνει σχεδόν τσάμπα. Τον βρήκε στην ανάγκη και τον πατάει στο λαιμό.

Μεγάλη Εβδομάδα 1963. Πριν 63 χρόνια στα Γιάννινα, στην πύλη του Κάστρου. Φωτογραφία του μεγάλου Κώστα Μπαλάφα.

«Αυτές τις μέρες, γράφει ο Μπαλάφας, κατέβαιναν οι χωρικοί απ’ τα χωριά τους, κάνοντας και πέντε ώρες δρόμο μ’ ένα αρνί στην πλάτη, για να το πουλήσουν και με τα χρήματα να πάρουν κάτι για τα παιδιά τους.
Οι αστοί, κάτω, τους άφηναν να καταρρεύσουν απ’ την πείνα και την κούραση και κοίταζαν να τους τα πάρουν στο τέλος όσο όσο.
Πέτυχα αυτόν τον αποκαμωμένο άνθρωπο ακριβώς τη στιγμή που παζάρευε. Του ’δωσε ένα κατοστάρικο ο αγοραστής:
“Έλα, και πολλά σού δίνω. Δώσε μου ρέστα ένα τάλιρο”.
Κι η απάντηση του δυστυχή:
“Πού να το βρω, άνθρωπέ μου;”
Και αποχωρίζεται με τόσο πόνο το αρνί του, κοντεύοντας να κλάψει…»

Τις έζησα ως παιδί αυτές τις δυο πρώτες μεταπολεμικές και μετεμφυλιακές δεκαετίες. Στο παζάρι της φωτογραφίας έβλεπα πολλές σκηνές σαν κι αυτή. Μεγάλη η φτώχεια κι η δυστυχία, έντονες οι κοινωνικές αντιθέσεις.

Το γεροντάκι μπορεί να έχασε το παιδί του στον πόλεμο, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, και να μεγαλώνει τα ορφανά εγγόνια του.
Να του έκαψαν το σπίτι οι Ναζί. Να του το άρπαξαν οι μαυραγορίτες για έναν τενεκέ λάδι και λίγα κιλά καλαμπόκι.
Να είναι πρόσφυγας του Εμφυλίου. Αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης που η πατρίδα τον αντάμειψε με φυλακές και εξορίες.

Ο άλλος, ο καλοντυμένος με το σκληρό βλέμμα, θα μπορούσε να είναι ο μαυραγορίτης της Κατοχής. Ο συνεργάτης των κατακτητών, ο καταδότης πατριωτών. Ο «νοικοκύρης, καλός πατριώτης και καλός χριστιανός» που λεηλάτησε τις περιουσίες των Γιαννιωτοεβραίων.

Θα μπορούσε να είναι ο αεριτζής που θησαύρισε μεταπολεμικά πουλώντας εθνικοφροσύνη. Ο κομματάρχης Γκρούεζας, ο διώκτης των «μιασμάτων».

Είναι η εποχή που σήμερα κάποιοι νοσταλγούν.
«Ο παλιός καλός καιρός». «Τότε που οι άνθρωποι νοιάζονταν για τον διπλανό τους».