Έβλεπα τον πατέρα μου να κολλάει το αφτί στο μεγάλο ραδιόφωνο Grundig και να μοιράζεται την αγωνία και τη φρίκη με τη μητέρα μου: «Ακούς; Κρέμασε κι άλλους ο Χάρντινγκ!»
Ήμουν νήπιο και δεν ήξερα ποιος ήταν ο Χάρντινγκ. Μεγαλώνοντας έμαθα πως ήταν ο Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου. Εκτελούσε με απαγχονισμό τους Κύπριους που αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία τους. Δεκαετία του ’50.
21 Απριλίου 1967. Σηκώνομαι χαράματα να αποτελειώσω μια σχολική εργασία και ανοίγω το ραδιόφωνο. Αντί του κανονικού προγράμματος (πρωινή προσευχή, πρωινή γυμναστική, ειδήσεις), από το ΕΙΡ ακούω κλαρίνα και από το Ενόπλων εμβατήρια: «Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά…».
Το απέδωσα σε κάποια απεργία, αλλά τελικά η αιτία ήταν άλλη…
Είχε έρθει η σειρά μου να κολλάω το αφτί στο ίδιο ραδιόφωνο. Κάθε βράδυ, στις δέκα παρά είκοσι, έπιανα Ντόιτσε Βέλε να μάθω τις απαγορευμένες από τη χούντα ειδήσεις. «Χαμήλωσέ το ρε! Ακούγεται έξω στον δρόμο. Θα με απολύσουν και θα πεινάσεις!», ανησυχούσε ο πατέρας μου.
Αντέγραφα τραγούδια βάζοντας δίπλα στο ραδιόφωνο το μεγάλο μαγνητόφωνο με την μπομπίνα. Μαζί με τη μουσική έγραφε και το γάβγισμα του σκύλου, τον βήχα του παππού, τους καβγάδες των γειτόνων.
Μεγαλώσαμε στην προ τηλεόρασης εποχή και η σχέση μας με το ραδιόφωνο ήταν πολύ ιδιαίτερη. Για εμάς, τα παιδιά του ’50 και του ’60, το ραδιόφωνο ήταν παρέα και παράθυρο στον κόσμο.
Δελτία ειδήσεων με τις χαρακτηριστικές φωνές του Κώστα Σταυρόπουλου και του Τζον Βεϊνόγλου, το «Θέατρο της Δευτέρας», ποδόσφαιρο, λαϊκά τραγούδια (προσφορά των δισκογραφικών), ραδιοφωνικά σίριαλ όπως «Το Σπίτι των Ανέμων» και «Το Ημερολόγιο Ενός Θυρωρού».
Και διαφημίσεις: «Πειραϊκή-Πατραϊκή, ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει», κλωστές «Πεταλούδα», σοκολάτες ΙΟΝ, καλσόν και ξυραφάκια με τον Χατζηχρήστο.
Τα μεσαία και τα βραχέα της δημόσιας ραδιοφωνίας ήταν τέχνη, πολιτισμός, αισθητική. Δεν ήταν το απέραντο σκουπιδαριό της ιδιωτικής. Ήταν Μίκης Θεοδωράκης (όταν τα τραγούδια του δεν απαγορεύονταν διά ροπάλου), Μάνος Χατζιδάκις, Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης. Δεκάδες μεγάλοι δημιουργοί.
Στα Γιάννινα είχαμε δυο επιλογές: τους σταθμούς Ιωαννίνων και Κέρκυρας. Ο πρώτος μετέδιδε το πρόγραμμα της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ, ο δεύτερος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με μουσικό σήμα την φλογέρα: «Τσοπανάκος ήμουνα…».
Τον σταθμό των Ιωαννίνων τον ίδρυσαν στον εμφύλιο για τις ανάγκες της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, που συνεχίστηκε αμείωτη μέχρι την Μεταπολίτευση του ’74. Ενδεικτική η καθημερινή ραδιοφωνική σειρά «Στον Ιστό της Αράχνης». Τις ειδήσεις τις έγραφαν στρατιωτικοί, όπως στην ταινία «Λούφα και Παραλλαγή». Το 1982, με την κατάργηση της ΥΕΝΕΔ, ο σταθμός πέταξε τη στρατιωτική χλαίνη και φόρεσε κουστούμι.
Η τηλεόραση έφερε το ραδιόφωνο σε δεύτερη μοίρα. Το «πιάσε Ενόπλων» έδωσε τη θέση του στο… «τράβα το σεμεδάκι, μού κρύβει τον Άλκη Στέα!»