Καλοκαίρι του 1948. Δεκάδες Γιαννιώτες οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το έγκλημά τους; Είναι ΕΑΜ και ΚΚΕ. Για το ίδιο «έγκλημα» τούς εκτελούσαν και οι Ναζί κατακτητές.
Τους αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης η πατρίδα μας τους αντάμειψε με εξορίες, φυλακές, βασανιστήρια, εκτελέσεις.
Αντίθετα, στους συνεργάτες των Ναζί, τους καταδότες πατριωτών και τους μαυραγορίτες η ελληνική πολιτεία πρόσφερε ασυλία για τα κακουργήματά τους, αξιώματα και άφθονες ευκαιρίες πλουτισμού. Έτσι δημιουργήθηκαν πολλά από τα μεγάλα πολιτικά και οικονομικά τζάκια που κάνουν κουμάντο στη χώρα μέχρι και σήμερα.
Οι Γιαννιώτες αγωνιστές υποβάλλονταν σε βασανιστήρια και εξευτελισμούς στις φυλακές-κολαστήρια του ΦΙΞ (σήμερα ξενοδοχείο Παλλάδιο) και του Αγίου Κοσμά (τώρα μέγαρο ΟΤΕ). Οι εκτελέσεις έγιναν εκείνο το καλοκαίρι στο Σταυράκι και στο Μπιζάνι μετά από δίκες-παρωδία στο Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων, που συνεδρίαζε στην αίθουσα τελετών της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας.
Οι αναπόδεικτες κατηγορίες-πρόφαση: Προκηρύξεις του ΚΚΕ και έρανος για τις οικογένειες των πολιτικών κρατούμενων. Κάποιοι, όπως η Φαρίδου, κατηγορήθηκαν για τροφοδοσία ανταρτών.
Ποιοι τους έστειλαν αυτούς τους ανθρώπους στον θάνατο; Τις καταδικαστικές αποφάσεις τις υπέγραψαν στρατοδίκες όπως ο λοχαγός Στυλιανός Παττακός, ο μετέπειτα «εθνοσωτήρας» του 1967. (Ο Γ. Παπαδόπουλος ήταν στρατοδίκης στη δίκη του Μπελογιάννη).
Από ποιους έπαιρναν εντολές αυτοί οι Ηρακλείς της εθνικοφροσύνης; Στην Ήπειρο εκείνη την εποχή έλυνε και έδενε ο Αμερικανός στρατηγός Βαν Φλιτ. Προήδρευσε σε σύσκεψη στην 8η Μεραρχία τον Μάρτιο του ’48, λίγο πριν τις δίκες, και έδωσε διαταγές στους Έλληνες στρατηγούς.
Ήταν η εποχή που ο Έλληνας υπουργός Άμυνας, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, είπε στον Βαν Φλιτ: «Στρατηγέ μου, ιδού ο στρατός σας!» Αυτή ήταν τότε η εθνική μας ανεξαρτησία και η εθνική μας περηφάνια.
Εικόνες μπανανίας βλέπουμε σε φωτογραφίες της ίδιας εποχής κι εδώ στα Γιάννινα. Οι αρχές της πόλης (δήμαρχος, νομάρχης, μητροπολίτης) υποδέχονται τον Βαν Φλιτ σαν εθνικό ήρωα. Με πανηγυρικές εκδηλώσεις και κορίτσια με παραδοσιακές ενδυμασίες. Εθνική γιορτή η άφιξή του!
Γιατί έγιναν οι εκτελέσεις; Για εκφοβισμό. Για να πάψει ο κόσμος να βοηθάει με οποιοδήποτε τρόπο τους αντάρτες, τους πολιτικούς κρατούμενους και τις οικογένειές τους.
Γιατί οι αγωνιστές του ΕΑΜ δεν κάθισαν ήσυχοι μετά την απελευθέρωση του ’44; Γιατί συνέχισαν τον αγώνα τους άοπλοι στις πόλεις και ένοπλοι στα βουνά; Για να κάνουν την πατρίδα μας σαν την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα, όπως έλεγε η προπαγάνδα; Ή για μια νέα Εθνική Αντίσταση κατά της νέας Κατοχής;
Την απάντηση τη δίνει ο Μάνος Χατζιδάκις περιγράφοντας αυτή τη νέα ιδιότυπη Κατοχή, την «μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα» όπως την ονομάζει: «Δωσίλογοι και φασίστες φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης», «αποβράσματα με την επίσημη στήριξη του κράτους», «φθαρμένοι πολιτικοί-φαντάσματα του παρελθόντος», άκαπνοι και απόντες από όλους τους αγώνες.
Λέει πως τα Δεκεμβριανά (και στη συνέχεια ο Εμφύλιος) δεν ήταν μια υποκινούμενη ανταρσία των κομμουνιστών αλλά η έκρηξη οργής όλων αυτών που πολέμησαν για μια Ελλάδα ελεύθερη, πίστεψαν στην απελευθέρωση και βρέθηκαν πάλι μπροστά σε φυλακές, εξορίες και εκτελέσεις.
Ποιοι ήταν οι εκτελεσθέντες; Οι δεξιοί Γιαννιώτες, όπως ο πατέρας μου, μιλούσαν γι’ αυτούς με μεγάλο σεβασμό και εκτίμηση. Έλεγαν πως η Ευτυχία Πρίντζου, ο Άγγελος Χατζής (αδερφός του συγγραφέα Δημήτρη Χατζή), ο Πάνος Μαρνέλης και οι άλλοι καταδικασθέντες συμπολίτες τους ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε η γιαννιώτικη κοινωνία.
Ήταν άνθρωποι με μόρφωση και μεγάλη κοινωνική και εθνική προσφορά. Άνθρωποι που τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη τον έβαζαν πάνω από τη ζωή τους.
Στη φωτογραφία-ντοκουμέντο από τη μία δίκη ξεχωρίζουν τρεις κατηγορούμενοι που εκτελέστηκαν (Ευτυχία Πρίντζου, Χρήστος Πρέντζας, Κώστας Ράπτης) και τρεις που γλύτωσαν (Ερμής Ευαγγελίδης, Νίκος Βουλιώτης, Γιάννης Κόκκινος).
Ο Γιάννης Κόκκινος (δεξιά με το μουστάκι) καταδικάστηκε δις εις θάνατον, ήταν από τους τυχερούς που γλύτωσαν την εκτέλεση και τριάντα χρόνια αργότερα έγινε ο πρώτος μου εργοδότης. Με προσέλαβε στην εφημερίδα του, τα «Πρωινά Νέα», και με ενθάρρυνε στα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία.