ΣΙΝΕ ΜΠΙΤΑ

Ήταν ο πιο σύγχρονος από τους κινηματογράφους των Ιωαννίνων. Από τους τελευταίους που άνοιξαν (Οκτώβριος 1969) και ο τελευταίος που έκλεισε (Απρίλιος 2005).

Οι πρώτες ταινίες του, κλασικά έργα: «Όλιβερ Τουίστ», «Δόκτωρ Ζιβάγκο», «Όσα παίρνει ο άνεμος» (διάρκειας τεσσάρων ωρών και με τις ουρές για εισιτήριο να φτάνουν μέχρι την πλατεία). Έφερνε όλες τις ταινίες πρώτης προβολής και όλες του νέου ελληνικού κινηματογράφου όπως «Το προξενιό της Άννας». Τελευταία ταινία, ο «Λευκός θόρυβος» με τον Μάικλ Κίτον.

Το Σινε Μπίτα ανήκε στη Διονυσία Μπίτα. Το ονόμασε έτσι στη μνήμη του συζύγου της Κώστα Μπίτα, που το 1936 ήρθε από τη Ζάκυνθο και άνοιξε διαδοχικά τον θερινό «Έσπερο» με τους αδελφούς Κωσταδήμα, την «Κύπρο» και τη χειμερινή και θερινή «Τιτάνια».

Η αίθουσα των 600 θέσεων διέθετε άνετα καθίσματα, κρυφό φωτισμό, θέρμανση, κλιματισμό. Δεν χρειάζονταν δηλαδή… ψεκασμοί νεροκολώνιας με τρόμπα του φλιτ όπως στην «Τιτάνια», τον «Ορφέα» και το «Ρεξ». Είχε ακόμα ευρύχωρο φουαγιέ, με την προτομή του Κώστα Μπίτα στην είσοδο.

Ταμίας στην έκδοση εισιτηρίων ήταν πάντα η κυρία Διονυσία, με τα μάτια της δεκατέσσερα μη περάσει κρυφά κανένας ανήλικος σε «ακατάλληλο» έργο. «Είναι καλή η ταινία;», τη ρώταγα κάθε φορά μπαίνοντας. «Σ’ άλλους αρέσει, σ’ άλλους δεν αρέσει», απαντούσε σιβυλλικά. Όταν κατάλαβε ότι ρωτούσα γιατί με διασκέδαζε η απάντηση, άρχισε να τη λέει με ελαφρό μειδίαμα.

Η μηχανή προβολής και όλο το αρχείο του Σινε Μπίτα (φέιγ βολάν, βιβλία εσόδων κλπ) δωρήθηκαν και εκτίθενται στο Μουσείο Τύπου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.