ΓΙΑΝΝΙΝΑ, 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Του Θωμά Νούσια

Αργήσαμε να μάθουμε τα νέα εκείνο το πρωί. Ενώ η Αθήνα συγκλονιζόταν από τον θόρυβο των ερπυστριών, εδώ οι πιο πολλοί πήγαν ανυποψίαστοι στις δουλειές τους.

Το ραδιόφωνο του ΕΙΡ μετέδιδε κλαρίνα και το «Ενόπλων» εμβατήρια, αλλά το αποδώσαμε σε κάποια απεργία. Άλλωστε από τα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων, που κυκλοφόρησαν κανονικά, ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος μάς διαβεβαίωνε ότι οι εκλογές της 28ης Μαΐου θα είναι αδιάβλητες και ο υπουργός Γεωργίας, ο δικός μας Ευάγγελος Αβέρωφ, ανακοίνωνε μέτρα για τους αγρότες…

Πήγαν όλοι στις δουλειές τους; Όχι ακριβώς. Οι συνήθεις ύποπτοι, οι σεσημασμένοι αριστεροί, άκουσαν την πόρτα τους να χτυπάει χαράματα και δεν ήταν ο γαλατάς. Ήταν χωροφύλακες και στρατιώτες, που τους ζητούσαν να πάρουν μια τσάντα με τα αναγκαία και να τους ακολουθήσουν.

Με στρατιωτικά αυτοκίνητα τους οδηγούσαν στην Ασφάλεια, στο νεοκλασικό της οδού Ελισάβετ Καστρισόια, στο Άλσος (στη φωτογραφία το βλέπουμε σε πίνακα ζωγραφικής του Λουκά Λούκα) και από εκεί στις φυλακές και στα ξερονήσια.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του τότε δημάρχου Ιωαννιτών, Αλέκου Σόφη, που τον συνέλαβε στο σπίτι του ισχυρή αστυνομική δύναμη. «Ρε παιδιά, τους λέει ο Σόφης, ήταν ανάγκη να έρθετε τόσοι πολλοί; Τον λήσταρχο Νταβέλη ήρθατε να πιάσετε;». «Μην ανησυχείτε, θα πάμε απλώς τον δήμαρχο στην Ασφάλεια για μια υπόθεσή του», καθησύχασαν τη μητέρα του. «Έτσι είπατε κι όταν πήρατε τον πατέρα του και τον ξαναείδα μετά από χρόνια», τους απάντησε. Τον γιο της τελικά τον ξαναείδε μετά από εφτά χρόνια.

Στο κτήριο της Ασφάλειας τον πίεζαν επί ώρες να τους παραδώσει τα κλειδιά τού Δημαρχείου, απειλώντας να του τα πάρουν με τη βία. Ήταν ανένδοτος, αποφασισμένος να μη συνεργήσει σ’ αυτή τη συμβολική πράξη υποταγής. Είπε ότι θα τα παραδώσει μόνο στον διευθυντή των δημοτικών υπηρεσιών Δημήτριο Πάλλα, όπως και έγινε. Υπογράφηκε μάλιστα και πρωτόκολλο: «Παρέλαβον παρά του δημάρχου πέντε κλείθρας του Δημοτικού Καταστήματος…».

Αμέσως μετά τη βίαιη καθαίρεσή του, ο Αλέκος Σόφης εξορίστηκε στη Γυάρο και αργότερα οδηγήθηκε στις φυλακές της χούντας. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Ιωαννίνων σε κάθειρξη πέντε ετών, ποινή που εξέτισε ολόκληρη. Το έγκλημά του; Ήταν στέλεχος του νόμιμου κόμματος της Αριστεράς, της ΕΔΑ, και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη.

Λίγο πριν συλληφθεί, ο Σόφης είδε κάποιους τοπικούς παράγοντες και δύο πρώην βουλευτές να προσέρχονται στο Διοικητήριο της 8ης Μεραρχίας, όπου ενημερώθηκαν από τον μέραρχο για τις εξελίξεις. Μεταξύ αυτών και ο μητροπολίτης Σεραφείμ, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος, που αποχώρησε καθησυχασμένος μόλις ο μέραρχος τον διαβεβαίωσε ότι το νέο καθεστώς δεν σχεδίαζε αλλαγές μητροπολιτών… Καθένας με τον πόνο του.

Το απόγευμα έγινε στα Γιάννινα η πρώτη πανελλαδικά μεγάλη αντιδικτατορική διαδήλωση. Οι διαδηλωτές, φοιτητές και εργάτες, ξεκίνησαν από το Πανεπιστήμιο της οδού Δομπόλη, διέσχισαν τη λεωφόρο Δωδώνης φωνάζοντας αντιχουντικά συνθήματα και κατέληξαν στην κεντρική πλατεία όπου τραγούδησαν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και έψαλλαν τον εθνικό ύμνο.

Η χωροφυλακή παρακολουθούσε αιφνιδιασμένη και αμήχανη γιατί δεν είχε είχε πάρει ακόμα εντολές, ενώ οι ασφαλίτες σημείωναν ονόματα συμμετεχόντων. Πολλοί από αυτούς συνελήφθησαν μετά και πλήρωσαν ακριβά το τόλμημά τους: φυλακίσεις, ξύλο, βασανιστήρια, εξορίες.

Στη Ζωσιμαία, ένας συμμαθητής μας εκείνο το πρωί έκανε σκασιαρχείο για να τρέξει στο γειτονικό κτήριο της Ασφάλειας να αγκαλιάσει τον πατέρα του, τη στιγμή που τον έβαζαν στο στρατιωτικό «τζέιμς» να τον μεταφέρουν στην εξορία. Για το παράπτωμά του αυτό εισέπραξε δυο ηχηρά χαστούκια από καθηγητή.

Την πρώτη μέρα που ξαναπήγαμε σχολείο μετά την επιβολή της δικτατορίας και τις διακοπές του Πάσχα, ο θεολόγος καθηγητής μας Αριστοτέλης Καραμπέρης μάς έβγαλε ένα λογύδριο-ύμνο για την «επανάσταση». Την επόμενη μέρα μάταια τον περιμέναμε για μάθημα: Είχε γίνει νομάρχης!

Η απαγόρευση κυκλοφορίας εδώ εφαρμόστηκε μόνο τις νυχτερινές ώρες και μόνο για λίγες μέρες, όπως και η απαγόρευση συγκεντρώσεων άνω των τριών ατόμων. Ήταν πλέον περιττή, αφού η «επανάστασις», όπως βάφτισαν το πραξικόπημα οι ίδιοι οι πραξικοπηματίες, είχε εδραιωθεί.

Η επτάχρονη νύχτα είχε αρχίσει. Θα τέλειωνε τον Ιούλιο του 1974 με το πραξικόπημα στην Κύπρο, την τουρκική εισβολή, την απώλεια της μισής Μεγαλονήσου και την άτακτη φυγή των δικτατόρων όταν πανικόβλητοι είδαν το μέγεθος της εθνικής καταστροφής που προκάλεσαν.