Θα έσκαγα αν δεν το ρώταγα: — Κυρία Βλάχου, αύριο το πρωί η Νέα Δημοκρατία εκλέγει νέο αρχηγό. Η εφημερίδα σας, η «Καθημερινή», γιατί στηρίζει Στεφανόπουλο και όχι Μητσοτάκη; — Να στηρίξω Μητσοτάκη; Μα δεν τρελάθηκα! Έχω ακόμη σώας τας φρένας. Ξέρω πως αύριο θα εκλεγεί και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία, αλλά εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να τον βοηθήσω. — Γιατί; — Γιατί τον ξέρω πολύ καλά και από πολύ παλιά. Από τότε που μπήκε στην πολιτική. Και γιατί η αυριανή εκλογή δεν είναι κρίσιμη μόνο για τη Νέα Δημοκρατία αλλά και για τη χώρα.
31 Αυγούστου 1984. Τρεις μέρες μετά την παραίτηση του Ευάγγελου Αβέρωφ και μια μέρα πριν τον διαδεχθεί ο Κώστας Μητσοτάκης. Είμαι για λίγες μέρες στην Αθήνα και περνάω από τα γραφεία της «Καθημερινής» να πάρω ένα βιβλίο από τις εκδόσεις της. Ρωτάω τον θυρωρό αν μπορώ να δω την κυρία Βλάχου, σίγουρος πως η απάντηση θα είναι αρνητική. — Ποιος τη ζητάει; Του λέω ότι δουλεύω σε εφημερίδα των Ιωαννίνων. Μιλάει μαζί της στο εσωτερικό τηλέφωνο και… — Η κυρία Βλάχου σάς περιμένει!
Μπαίνω με πολύ τρακ στο ιστορικό γραφείο του πέμπτου ορόφου της οδού Σωκράτους 57. Μικρός, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, άκουγα πως από αυτό το γραφείο η πανίσχυρη Ελένη Βλάχου κυβερνούσε την Ελλάδα. Σε παλιές φωτογραφίες βλέπουμε πως σ’ αυτό το γραφείο την επισκέπτονταν βασιλιάδες, Πρόεδροι, πρωθυπουργοί. Την ενημέρωναν προσωπικά για κάποια πολύ σοβαρά ζητήματα και άκουγαν τη γνώμη της.
Στη μία φωτογραφία (δείτε τη στο πρώτο σχόλιο της ανάρτησης) η Βλάχου κάθεται κανονικά στην πολυθρόνα του γραφείου της και η βασίλισσα Φρειδερίκη στην καρέκλα επισκέπτη, σαν κοινή θνητή. Η Βλάχου έλεγε πως ο δημοσιογράφος οφείλει να μιλάει σε όλους ως ίσος προς ίσους. Ακόμα και στον βασιλιά. Γιατί μιλάει ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης και όχι ως ο κύριος τάδε.
Την 21η Απριλίου του ’67 έβαλε λουκέτο στις εφημερίδες και τα περιοδικά της για να μη συνεργαστεί με τη χούντα. Το τίμημα που πλήρωσε, βαρύ: οικονομική καταστροφή.
Δραπέτευσε από το σπίτι της, όπου ο δικτάτορας Παπαδόπουλος την κρατούσε φυλακισμένη και φρουρούμενη, κατάφερε να διαφύγει μεταμφιεσμένη στο εξωτερικό και πρωτοστάτησε στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Η ηλικιωμένη που με υποδέχεται στο γραφείο της δεν μοιάζει καθόλου με την «σιδηρά κυρία» που έχω ακουστά. Είναι μαζί μου εξαιρετικά φιλική και ομιλητική. Βλέπει τον άγνωστο νεαρό συντάκτη επαρχιακής εφημερίδας σαν συνάδελφο και του εμπιστεύεται πράγματα που δεν θα έλεγε δημοσίως. Όπως τη γνώμη της για τον Μητσοτάκη.
«Η οικονομική κατάσταση της “Καθημερινής” είναι τραγική, μου λέει. Το παμπάλαιο πιεστήριο και οι λινοτυπικές μηχανές μας είναι για πέταμα και δεν έχουμε χρήματα να περάσουμε στη νέα τεχνολογία. Μπορούμε να φιλοξενούμε κείμενά σας, να ξέρετε όμως ότι όλοι οι συνεργάτες-αρθρογράφοι μας είναι άμισθοι».
Πάγια τακτική: οι μιντιάρχες κλαίγονται για τα οικονομικά τους για να μη πληρώνουν. Η Βλάχου, ωστόσο, ήταν ειλικρινής. Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν πως η εμβληματική εφημερίδα είχε πράγματι τα χάλια της: πώληση στον Κοσκωτά, κατασχέσεις, δικαστικές περιπέτειες, πώληση στον πατέρα Αλαφούζο.
Η Ελένη Βλάχου ήταν εμμονική κατά της Αριστεράς και των Παπανδρέου, όπως ο πατέρας της, ο Γεώργιος Βλάχος, ήταν εμμονικός κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί μαζί της κάθετα και διαγώνια, αλλά δεν μπορεί κανένας να αμφισβητήσει την εντιμότητά της.
Η «Καθημερινή» χρεοκόπησε γιατί είπε «όχι» στη χούντα. Και γιατί η εκδότριά της επέμενε να είναι μόνο εκδότρια. Δεν εκμεταλλεύτηκε την τεράστια πολιτική της δύναμη για να θησαυρίσει με θαλασσοδάνεια, μίζες και δημόσια έργα. Ήταν μια χρεοκοπία – τίτλος τιμής.
Δεν υπάρχουν πια οι παραδοσιακοί εκδότες που έλεγαν «όχι» σε χούντες και σε Μητσοτάκηδες, που δεν ξεπουλιούνταν και δεν εξαγοράζονταν. Έχουν εκλείψει.
Δεν έχουν εκλείψει οι Μητσοτάκηδες. Ζουν και βασιλεύουν οι μιντιάρχες και πολιτικοί της διαπλοκής, της σαπίλας, του πλιάτσικου. Η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα.